Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

with prejudice


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο prejudice παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: with
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
prejudice n(bias, preconceptions)προκατάληψη ουσ θηλ
 Barry has such a prejudice against women drivers that he won't even get in the car if a woman is driving.
 Ο Μπάρρυ έχει τέτοια προκατάληψη κατά των γυναικών οδηγών που δε μπαίνει ούτε σε αυτοκίνητο αν μια γυναίκα οδηγεί.
prejudice against [sb/sth] n(bias: hostility) (κατά κπ, εναντίον κπ, απέναντι σε κπ, ενάντια σε κπ)προκατάληψη ουσ θηλ
 We should distinguish between prejudice against people and active discrimination.
 Πρέπει να διαχωρίσουμε την προκατάληψη κατά των ανθρώπων και τις ενεργές διακρίσεις.
prejudice n(discrimination)προκατάληψη ουσ θηλ
 People from ethnic minorities often face prejudice in their daily lives.
 Οι άνθρωποι από εθνικές μειονότητες συχνά αντιμετωπίζουν προκατάληψη στην καθημερινή τους ζωή.
prejudice n(harm, detriment)ζημία ουσ θηλ
 (σπάνιο)ζημίωση ουσ θηλ
 (κάποιου)κατά πρόθ
 This law operates to the prejudice of the poor.
 Αυτός ο νόμος υπάρχει προς ζημία των φτωχών.
prejudice [sb] vtr(bias)προκαταλαμβάνω ρ μ
  επηρεάζω ρ μ
 The judge warned the prosecutor not to make any more remarks that might prejudice the jury.
 Ο δικαστής προειδοποίησε τον δημόσιο κατήγορο να μην κάνει άλλες παρατηρήσεις που ίσως επηρέαζαν τους ενόρκους.
prejudice [sb] against [sb/sth] vtr + prep(make hostile to) (κατά κπ, εναντίον κπ, απέναντι σε κπ, ενάντια σε κπ)προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω ρ μ
  επηρεάζω ρ μ
 The influence of the extreme right wing has prejudiced the party's more moderate elements against ethnic minorities.
 Η επιρροή της άκρας δεξιάς πτέρυγας έχει προκαταλάβει τα πιο μετριοπαθή στοιχεία του κόμματος κατά των εθνικών μειονοτήτων.
prejudice [sth] vtr(bias)προκαταλαμβάνω ρ μ
  επηρεάζω ρ μ
 Irresponsible media coverage can prejudice the outcome of a trial.
 Η ανεύθυνη δημοσιότητα από τα ΜΜΕ μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα της δίκης.
prejudice [sth] against [sb/sth] vtr + prep(bias against)προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω ρ μ
  επηρεάζω ρ μ
Σχόλιο: κατά κάποιου, εναντίον κάποιου, απέναντι σε κάποιον, ενάντια σε κάποιον
 The negative reports have prejudiced public opinion against the actor.
 Οι αρνητικές αναφορές έχουν επηρεάσει τη δημόσια γνώμη κατά του ηθοποιού.
prejudice [sth] against [sb] vtr + prep(case: damage, harm) (της υπόθεσης για κπ)επηρεάζω αρνητικά την έκβαση περίφρ
 Media coverage is thought to have prejudiced the case against him.
 Η δημοσιογραφική κάλυψη φαίνεται να έχει επηρεάσει αρνητικά την υπόθεση εναντίον του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
without prejudice adv(fairly)δίκαια, αμερόληπτα, αντικειμενικά επίρ
 Governmental programs must be administered without prejudice.
without prejudice adv(law: without loss of rights or privileges.)μετ' επιφυλάξεως παντός δικαιώματος επίρ
 This case is dismissed without prejudice.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση with prejudice στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «with prejudice».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!